σακός

ὁ, Α
(δωρ. τ.) βλ. σηκός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σακός — masc nom sg σᾱκός , σηκός pen masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκος — (I) ο σάκκος, ΝΜΑ, και αττ. τ. σάκος Α 1. είδος στενόμακρης θήκης από ύφασμα ή δέρμα ή από άλλο υλικό σήμερα, ανοιχτή στο επάνω μέρος, που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση, φύλαξη και μεταφορά διαφόρων χύμα πραγμάτων, σακί, τσουβάλι (α.… …   Dictionary of Greek

  • σάκος — ο (λ. σημιτ.) 1. θήκη από χοντρό ύφασμα ή δέρμα για τη μεταφορά ή τη φύλαξη πραγμάτων, σακί: Ταχυδρομικός σάκος. 2. αρχιερατικό άμφιο. 3. αντρικό ένδυμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάκος — σάκκος coarse cloth of hair masc nom sg σάκος coarse cloth of hair neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκος — [сакос] ουσ. а мешок, сумка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σάκει — σάκος coarse cloth of hair neut nom/voc/acc dual (attic epic) σάκεϊ , σάκος coarse cloth of hair neut dat sg (epic ionic) σάκος coarse cloth of hair neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακούς — σακός masc acc pl σᾱκούς , σηκός pen masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακέεσσι — σάκος coarse cloth of hair neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακέεσσιν — σάκος coarse cloth of hair neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακίων — σάκος coarse cloth of hair neut gen pl (doric) σακκίον small bag neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.